naissant

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

naissant < naître

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό naissant naissants
θηλυκό naissante naissantes

naissant (fr)

  1. (στη λογοτεχνία) εκκολαπτόμενος, που γεννιέται, που αρχίζει να μεγαλώνει
    un amour naissant - εκκολαπτόμενος έρωτας/αγάπη
    une amitié naissante - εκκολαπτόμενη φιλία
    un jour naissant - το ξημέρωμα
  2. (εραλδική) → δείτε τη λέξη: issant

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: naître