Μετάβαση στο περιεχόμενο

narcissus

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
narcissus narcissuses / narcissi

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

narcissus (en)