Μετάβαση στο περιεχόμενο

nigaud

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
nigaud < από το Nigodème, τον Νικόδημο της Καινής Διαθήκης που έκανε ερωτήσεις στον Ιησού που έμοιαζαν απλοϊκές

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ni.ɡo/

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό nigaud nigauds
θηλυκό nigaude nigaudes

nigaud (fr)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό nigaud nigauds
θηλυκό nigaude nigaudes

nigaud (fr) αρσενικό