obligé

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό obligé obligés
θηλυκό obligée obligées

obligé (fr)

  • (για πρόσωπα)
  1. υποχρεωμένος
  2. δέων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη obliger