Μετάβαση στο περιεχόμενο

occidentalisation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
occidentalisation occidentalisations

occidentalisation (fr) θηλυκό