Μετάβαση στο περιεχόμενο

oligocratie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
oligocratie oligocraties

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

oligocratie (fr) θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]