originality
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]originality (en) (μη μετρήσιμο)
- η πρωτοτυπία
He has no originality.
- Δεν έχει πρωτοτυπία.
The article was completely bland—no originality at all.
- Το άρθρο ήταν τελείως άγευστο—καμία πρωτοτυπία.