Μετάβαση στο περιεχόμενο

orphie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
orphie orphies

orphie (fr) θηλυκό