Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pás

(pt) θηλυκό

  1. το φτερό
  2. το φτυάρι
  3. το λισγάρι