pacifier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pacifier (en)

  1. κάποιος που φέρνει την ειρήνη
  2. (ΗΠΑ) η πιπίλα του μωρού
     συνώνυμα: dummy (ΗΒ), soother (Καναδάς), binky (ΗΠΑ)



pacifier (fr)

  • επιβάλλω την ειρήνη σε μια περιοχή

Συγγενικά

[επεξεργασία]