parallactique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pa.ʁa.lak.tik/

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
parallactique parallactiques

parallactique (fr) αρσενικό ή θηλυκό