passé simple

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

passé simple < passé + simple

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
passé simple passés simples

passé simple (fr) αρσενικό

  1. (γραμματική) ο αόριστος

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Ο χρόνος passé simple χρησιμοποιείται στη λογοτεχνία ή, γενικότερα, στον επίσημο γραπτό λόγο. Αντ' αυτού, στην καθομιλουμένη, χρησιμοποιείται ο « παρακείμενος » (passé composé).