Μετάβαση στο περιεχόμενο

patior

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
patior < patro

patior

  1. πάσχω
  2. υπομένω, ανέχομαι
  3. επιτρέπω, αφήνω