pedipalp
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pedipalp | pedipalps |
pedipalp (en)
- (εντομολογία) συλληπτήριο άκρο ή εξάρτημα στα έντομα του υποφύλου των Χηληκεράτων (Chelicerata)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- palp (λαϊκότροπο)