pelo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pelo (es) αρσενικό

  1. τα μαλλιά



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pelo pelos

pelo (pt) αρσενικό

  1. η τρίχα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pelo < πρόθεση por + άρθρο a

Open book 01.svg Συγχώνευση[επεξεργασία]

pelo (pt)