pelouse
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pelouse | pelouses |
pelouse (fr) θηλυκό
- χώρος σπαρμένος με γρασίδι, το γκαζόν, ο χλοοτάπητας
| ενικός | πληθυντικός |
| pelouse | pelouses |
pelouse (fr) θηλυκό