pendu

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό pendu pendus
θηλυκό pendue pendues

pendu (fr)

  1. κρεμασμένος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pendu (fr) αρσενικό

  1. το παιχνίδι κρεμάλα



Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

pendu (eo)

  • προστακτική του ρήματος pendi