Μετάβαση στο περιεχόμενο

penetrate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας penetrate
γ΄ ενικό ενεστώτα penetrates
αόριστος penetrated
παθητική μετοχή penetrated
ενεργητική μετοχή penetrating

penetrate (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) διεισδύω, περνάω από κάτι
    παράδειγμα  They penetrated deep into the jungle.
    Διείσδυσαν βαθιά μέσα στη ζούγκλα.
    παράδειγμα  The rain penetrated right through my coat.
    Η βροχή πέρασε το πλατό μου.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) διεισδύω, πετυχαίνω να μπω σε οργάνωση, ειδικά όταν είναι δύσκολο
    παράδειγμα  Enemy agents have penetrated our department.
    Πράκτορες του εχθρού έχουν διείσδυσε στην υπηρεσία μας.
  3. (μεταβατικό) διαπερνάω, μπορώ να δω κάτι
    παράδειγμα  Our eyes couldn’t penetrate the darkness.
    Τα μάτια μας δεν μπορούσαν να διαπεράσουν το σκοτάδι.