percolate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

percolate (en)

  1. φιλτράρω ένα υγρό με ένα πορώδες μέσο
     συνώνυμα: filter
  2. φτιάχνω καφέ φίλτρου