Μετάβαση στο περιεχόμενο

perquisite

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpɜrkwəzɪt/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

perquisite (en)

  1. (συνήθως στον πληθυντικό) οποιαδήποτε χρηματική ή άλλου είδους απολαβή πέραν του μισθού
    The perquisites of this job include health insurance and a performance bonus.
  2. το φιλοδώρημα
     συνώνυμα: gratuity
    After the wonderful service that evening he didn’t hesitate in laying a substantial perquisite on the table.
  3. προνόμιο ενός συγκεκριμένου ατόμου, ομάδας ή κοινωνικής τάξης
    Private jets and motor yachts are a perquisite of the rich.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]