Μετάβαση στο περιεχόμενο

pesticide

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pesticide pesticides

pesticide (en)

  • το φυτοφάρμακο
    παράδειγμα  Agricultural run-off containing pesticides is polluting the river.
    Η απορροή από γεωργικές δραστηριότητες που περιέχει φυτοφάρμακα ρυπαίνει το ποτάμι.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • pesticide στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pesticide pesticides

pesticide (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pesticide pesticides

pesticide (fr) αρσενικό

  1. το παρασιτοκτόνο
  2. το φυτοφάρμακο