Μετάβαση στο περιεχόμενο

pianoforte

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pianoforte pianoforti

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pianoforte < piano (σιγανά) + forte (δυνατά), επειδή το όργανο είχε δυνατότητα διακύμανσης της έντασης, σε αντίθεση με προγόνους του

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pja.no.ˈfɔr.te/
τυπογραφικός συλλαβισμός: pianoforte

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pianoforte (it) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]