pianoforte
Εμφάνιση
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pianoforte | pianoforti |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pja.no.ˈfɔr.te/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : pia‐no‐for‐te
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pianoforte (it) αρσενικό
- (μουσικό όργανο) το πιάνο, το πιανοφόρτε
- συντετμημένο: piano
Συγγενικά
[επεξεργασία]- pianissimo
- piano (επίθετο, επίρρημα)