πιάνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιάνο πιάνα
γενική πιάνου πιάνων
αιτιατική πιάνο πιάνα
κλητική πιάνο πιάνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιάνο < ιταλική piano < pianoforte


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpça.nɔ/

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένα πιάνο με ουρά

πιάνο ουδέτερο

  1. μουσικό όργανο με πλήκτρα και χορδές· ο μουσικός χτυπάει τα πλήκτρα που αντιστοιχούν σε κάθε νότα και η κρούση με μηχανισμό μεταφέρεται στην ανάλογη χορδή
  2. (συνεκδοχικά) η μουσική που παίζεται με πιάνο
  3. τρόπος εκτέλεσης της μουσικής με χαμηλή ένταση ήχου
  4. ένδειξη εκτέλεσης της μουσικής (σύμβολο p) σε χαμηλό ήχο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

πιάνο

  • (στη μουσική) σιγά, με χαμηλή ένταση ήχου

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]