Μετάβαση στο περιεχόμενο

picnic

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
picnic picnics

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

picnic (en)