plagiaire

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
plagiaire plagiaires

plagiaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που κλέβει τα έργα άλλων συγγραφέων
  2. (ειδικότερα) λογοκλόπος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]