platane

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

platane < λατινική platanus < πλάτανος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

platane 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
platane platanes

platane (fr) αρσενικό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ((σκωπτ}} rentrer dans un platane: πέφτω με το αυτοκίνητο πάνω σ'ένα δέντρο