porta

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
porta porte

porta (it)

  1. η πόρτα
  2. στον αθλητισμός το τέρμα


Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

porta (pt)