potentially

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

potentially < potential + -ly

Επίρρημα[επεξεργασία]

potentially (en)

  1. ενδεχομένως
  2. δυνητικά