pousseur
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pousseur | pousseurs |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pousseur (fr) αρσενικό
- (ναυτικός όρος) σκάφος που σπρώχνει άλλο
| ενικός | πληθυντικός |
| pousseur | pousseurs |
pousseur (fr) αρσενικό