predicate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

predicate (en)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά: /ˈprɛdɪkət/

  1. (γραμματική) το κατηγόρημα
  2. (πληροφορική) μία συνάρτηση που επιστρέφει την τιμή "αληθές" ή "ψευδές"

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

predicate (en)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά: /ˈprɛdɪkeɪt/

  1. βεβαιώνω, δηλώνω κατηγορηματικά
  2. θεμελιώνω ιδέα/θεωρία, βασίζω την σκέψη/δράση/λογική μου πάνω σε (κάτι)