preempt
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]preempt (en)
- προλαβαίνω, προλαμβάνω
- ≈ συνώνυμα:: anticipate, act before someone else
- αποφεύγω εγκαίρως κάτι δυσμενές (που περιγράφεται στην φράση)
- (πληροφορική) προεκτοπίζω
preempt (en)