premium

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

premium (en)

  1. το υπερτίμημα
  2. η ανταμοιβή
  3. το ασφάλιστρο


Επίρρημα[επεξεργασία]

premium (en)

space, in a dictionary, is at a premium - ο χώρος, σε ένα λεξικό, είναι στα ύψη