prilaboro
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | prilaboro | prilaboroj |
| αιτιατική | prilaboron | prilaborojn |
prilaboro (eo)
- la prilaboro de la uzitaj akvoj
- prilaboro de bildoj