Μετάβαση στο περιεχόμενο

projecteur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
projecteur projecteurs

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

projecteur (fr) αρσενικό

  1. ο προβολέας
  2. (ηλεκτρονική) το προβολικό