projecteur
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| projecteur | projecteurs |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]projecteur (fr) αρσενικό
- ο προβολέας
- (ηλεκτρονική) το προβολικό
| ενικός | πληθυντικός |
| projecteur | projecteurs |
projecteur (fr) αρσενικό