promoter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

promoter (en)

  1. αυτός που προωθεί κάτι
    • προϊόντα, καλλιτεχνικά αγαθά, ιδέες, πρόσωπα σε θέσεις κτλ.
  2. (γενετική) υποκινητής