provocar

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

provocar (pt) < από το λατινικό provocare

provocar (pt)

  1. προκαλώ
  2. είμαι η αιτία για κάτι (π.χ. το φάρμακο για παρενέργειες)
  3. κάνω προβοκάτσια
  4. προσβάλλω, θίγω