provocar

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

provocar (pt) < από το λατινικό provocare

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

provocar (pt)

  1. προκαλώ
  2. είμαι η αιτία για κάτι (π.χ. το φάρμακο για παρενέργειες)
  3. κάνω προβοκάτσια
  4. προσβάλλω, θίγω