psaume

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
psaume < psalme < εκκλησιαστική λατινική psalmum < ψαλμός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /psom/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
psaume psaumes

psaume (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]