ψαλμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | ψαλμός | οι | ψαλμοί |
| γενική | του | ψαλμού | των | ψαλμών |
| αιτιατική | τον | ψαλμό | τους | ψαλμούς |
| κλητική | ψαλμέ | ψαλμοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ψαλμός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ψάλλω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψαλμός αρσενικό
- η ψαλμωδία αυτή καθαυτή, το ψάλσιμο
- το μελοποιημένο θρησκευτικό ποίημα ή ύμνος γενικά
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- Κοντός ψαλμός, αλληλούια: όπου να 'ναι θα ξέρουμε, τελειώνει το ζήτημα, περιττό να συζητάμε (ή επειδή η λέξη αλληλούια νοείται ως ο συντομότερος δυνατόν ψαλμός ή επειδή στους σύντομους ψαλμούς, δεν αργεί και το αλληλούια, ο επίλογος, ίσως συγκεκριμένα από τη νεκρώσιμη ακολουθία που έχει πάντα βραχείς ψαλμούς)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ψαλμός | οἱ | ψαλμοί |
| γενική | τοῦ | ψαλμοῦ | τῶν | ψαλμῶν |
| δοτική | τῷ | ψαλμῷ | τοῖς | ψαλμοῖς |
| αιτιατική | τὸν | ψαλμόν | τοὺς | ψαλμούς |
| κλητική ὦ! | ψαλμέ | ψαλμοί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ψαλμώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ψαλμοῖν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ψαλμός < ψάλλω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψαλμός αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- ψαλμός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ψαλμός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)