ψαλμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψαλμός ψαλμοί
γενική ψαλμού ψαλμών
αιτιατική ψαλμό ψαλμούς
κλητική ψαλμέ ψαλμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαλμός < ελληνιστική κοινή ψαλμός < αρχαία ελληνική ψάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψαλμός αρσενικό

  1. η ψαλμωδία αυτή καθαυτή, το ψάλσιμο
  2. το μελοποιημένο θρησκευτικό ποίημα ή ύμνος γενικά

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. Κοντός ψαλμός, αλληλούια: όπου να 'ναι θα ξέρουμε, τελειώνει το ζήτημα, περιττό να συζητάμε (ή επειδή η λέξη αλληλούια νοείται ως ο συντομότερος δυνατόν ψαλμός ή επειδή στους σύντομους ψαλμούς, δεν αργεί και το αλληλούια, ο επίλογος, ίσως συγκεκριμένα από τη νεκρώσιμη ακολουθία που έχει πάντα βραχείς ψαλμούς)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ψαλμός ψαλμώ ψαλμοί
Γενική ψαλμοῦ ψαλμοῖν ψαλμῶν
Δοτική ψαλμ ψαλμοῖν ψαλμοῖς
Αιτιατική ψαλμόν ψαλμώ ψαλμούς
Κλητική ψαλμέ ψαλμώ ψαλμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαλμός < ψάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψαλμός αρσενικό

  1. ψαλμός, τραγούδι, ωδή
  2. ήχος κιθάρας
  3. άσμα για κιθάρα
  4. το ισχυρό άγγιγμα με τα δάχτυλα, το τέντωμα με τα δάχτυλα