κιθάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μια κλασική κιθάρα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κιθάρα οι κιθάρες
      γενική της κιθάρας των κιθαρών
    αιτιατική την κιθάρα τις κιθάρες
     κλητική κιθάρα κιθάρες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιθάρα < αρχαία ελληνική κιθάρα ((σημασιολογικό δάνειο) ιταλική chitarra)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ci.ˈθa.ɾa/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιθάρα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιθάρα θηλυκό

  1. (μουσικό όργανο) έγχορδο όργανο μεγαλύτερο από τη λύρα
     συνώνυμα:
  2. συνώνυμο του κίθαρος "θώραξ"

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]