έγχορδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έγχορδος < ελληνιστική κοινή ἔγχορδος < ἐν + χορδή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έγχορδος -η -ο

  • (μουσική) (για όργανο) που έχει χορδές
    Το βιολί και η κιθάρα συγκαταλέγονται στα έγχορδα μουσικά όργανα.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]