puce

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
puce puces

puce (fr) θηλυκό

  1. ο ψύλλος
  2. (οικείο, προσφώνηση προς μικρά παιδιά) αγαπούλα, ψυχούλα, κ.λπ.