réunionite

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

réunionite < réunion + -ite

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
réunionite réunionites

réunionite (fr) θηλυκό

  1. (οικείο) ο πολλαπλασιασμός των συγκεντρώσεων σε μια εταιρεία, οργανισμό, κ.α., συνήθως χωρίς επαρκή λόγο