rêveur
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]rêveur < rêve
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rêveur | rêveurs |
rêveur (fr) αρσενικό
rêveur < rêve
| ενικός | πληθυντικός |
| rêveur | rêveurs |
rêveur (fr) αρσενικό