rêverie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

rêverie (fr) θηλυκό

  1. ρέμβη, ρεμβασμός, ασαφής ή χαλαρός (χωρίς στρες) στοχασμός
  2. ονειροπόληση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

rêve, rêver, rêveur