ρέμβη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ῥέμβη

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ρέμβη
γενική ρέμβης
αιτιατική ρέμβη
κλητική ρέμβη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρέμβη < αρχαία ελληνική ῥέμβη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρέμβη θηλυκό μόνο στον ενικό

  • το να αφήνει κάποιος τη σκέψη ή τη φαντασία του να περιπλανιέται σε ονειρικό τόπο και απροσδιόριστο χρόνο
    Με στίχους ατημέλητους, γεμάτους μελαγχολία, ρέμβη και διάθεση για φυγή, όπως τους περιγράφει η Έλλη Αλεξίου στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου «Πολυδούρη: Ποιήματα», η ποιήτρια αποτελεί μια μορφή πολύ δύσκολης αντιμετώπισης. (*)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]