raison

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
raison raisons

raison (fr) θηλυκό

  1. αίτιο, αιτία
  2. λογική

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]