Μετάβαση στο περιεχόμενο

remorse

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
remorse remorses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

remorse (en)