τύψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τύψη οι τύψεις
      γενική της τύψης
& τύψεως
των τύψεων
    αιτιατική την τύψη τις τύψεις
     κλητική τύψη τύψεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τύψη < ελληνιστική κοινή τύψις < τύπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τύψη θηλυκό

  • η έντονη ψυχική κατάσταση που νιώθει όποιος αντιλαμβάνεται την ενοχή του για κάτι και κατηγορεί τον εαυτό του


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]