repenti
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- repenti < repentir
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | repenti | repentis |
| θηλυκό | repentie | repenties |
Επίθετο
[επεξεργασία]repenti (fr)
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | repenti | repentis |
| θηλυκό | repentie | repenties |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]repenti (fr)