resident
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| resident | residents |
resident (en)
- ο κάτοικος, αυτός ή αυτή που μένει σε ορισμένο τόπο
a Greek resident of Düsseldorf - Ελληνίδα κάτοικος Ντίσελντορφ
Rumors of an impending earthquake caused panic among residents.
- Οι φήμες για επικείμενο σεισμό προκάλεσαν πανικό στους κατοίκους.
He has been a registered resident of Thessaloniki for ten years.
- Είναι δημότης Θεσσαλονίκης εδώ και δέκα χρόνια.
Registration in the municipal registry is mandatory for every resident.
- Η εγγραφή στο δημοτολόγιο είναι υποχρεωτική για κάθε δημότη.
- ειδικευόμενος γιατρός