Μετάβαση στο περιεχόμενο

resident

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: résident

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
resident residents

resident (en)

  1. ο κάτοικος, αυτός ή αυτή που μένει σε ορισμένο τόπο
    παράδειγμα  a Greek resident of Düsseldorf - Ελληνίδα κάτοικος Ντίσελντορφ
    παράδειγμα  Rumors of an impending earthquake caused panic among residents.
    Οι φήμες για επικείμενο σεισμό προκάλεσαν πανικό στους κατοίκους.
    παράδειγμα  He has been a registered resident of Thessaloniki for ten years.
    Είναι δημότης Θεσσαλονίκης εδώ και δέκα χρόνια.
    παράδειγμα  Registration in the municipal registry is mandatory for every resident.
    Η εγγραφή στο δημοτολόγιο είναι υποχρεωτική για κάθε δημότη.
  2. ειδικευόμενος γιατρός